Πέμπτη 7 Ιουλίου 2011

Σκηνές σε ένα νησί το καλοκαίρι του 72, με την παρέα του Αη Γιώργη..

Συνεχίζω την περιήγηση σε ένα απ' τα πιό όμορφα νησιά του Αιγαίου έτσι όπως την έζησε η παρέα της αγαπημένης μας πλατείας του ΙΚΑ  του Αη Γιώργη.
Ένα πρωινό λοιπόν ήρθε κι άλλος φίλος απ’ την Αθήνα. Ο Μήτσος πολύ καλός κυνηγός στη χειμωνιάτικη πρωτεύουσα με μικρές όμως εμπειρίες στο γνήσιο Ευρωπαϊκό καμάκι.
Στο βραδινό μας στέκι λοιπόν ερχόταν κάθε βράδυ ένα κορίτσι από την Αγγλία όμορφο, δροσερό, γεμάτο ενέργεια, μίλαγε με όλους φλερτάριζε με όλους έπινε ένα δύο ποτά πάντα κερασμένα και εξαφανιζόταν όπως ακριβώς εμφανιζόταν. Το κορίτσι αυτό αποτελούσε το πλέον δύσκολο καμάκι, και ήταν το διαρκές στοίχημα για το ποιος θα το καταφέρει. Οι μέρες και οι βδομάδες πέρναγαν χωρίς να αλλάζει το παραμικρό στη συμπεριφορά της. Ερχόταν φλερτάριζε, χόρευε έφευγε.
Το βράδυ εκείνο λοιπόν ο φίλος μου ο Μήτσος αφού προετοιμάστηκε για μια επίσημη πρώτη στη νυχτερινή ζωή του νησιού, φορώντας το αλφαδιασμένο παντελόνι, το ωραίο ριγέ κοντομάνικο πουκάμισο, και πασαλειμένος με μια κολόνια “aramis” κατέβηκε κάθισε άναψε τσιγάρο πήρε μια γουλιά οινόπνευμα, και άρχισε η διαδικασία προσαρμογής στα δρώμενα. Εκστασιασμένος απ’το περιβάλλον, γοητευμένος απ’ τον κόσμο και τη μουσική, αδυνατώντας να πιστέψει πως τρεις φίλοι του «Νεοκοσμίτικου» χειμώνα, η παρέα στου Παπασπύρου και στο μπαράκι στην πλατεία του ΙΚΑ, είχε φτιάξει αυτή τη μοναδική κατάσταση στο νησί.
Τη γνωστή ώρα έρχεται με το γνωστό αέρινο τρόπο η νεαρή ύπαρξη με ελαφίσιο τρόπο φορώντας ένα μακρύ τσαλακωμένο υφασμάτινο φόρεμα κι ένα λευκό πουκάμισο πιο όμορφη παρά ποτέ. Χαιρέτισε με το γνωστό τρόπο τις γνωστές παρέες πέταξε τα σανδάλια μπερδεύτηκε με το πλήθος στην πίστα χόρεψε με όλο τον κόσμο κι άρχισε την περατζάδα απ‘ τις παρέες. Έστεκε για λίγο στα τραπέζια δεχόταν τις αγκαλιές των γνωστών, τα πειράγματα των λιγότερο γνωστών, σηκωνόταν χόρευε ξανακάθονταν και πάει λέγοντας. Με την είσοδό της ο φίλος μου εντυπωσιάστηκε και σαν να τον είδα να του περνάει η φευγαλέα σκέψη ότι πρόκειται για άπιαστο όνειρο, εντύπωση που ενισχύθηκε όταν του είπα ότι κανείς δεν ακούστηκε να την έχει.
Κάποια στιγμή πέρασε κι από μένα κάθησε στα πόδια μου και μου έδινε πεταχτά φιλιά, μουρμουρίζοντας και υποδειυκνύοντας να παίξω τη "ζαριά". Ελα να σου γνωρίσω ένα δικό μου της είπα και την πήγα στο τραπέζι που καθόταν ο φίλος μου, έριξε το βλέμμα της απάνω του και ξαφνικά έμεινε άγαλμα. Έπαθε κάτι σαν αποπληξία. Εξαφανίστηκε κάθε χαριτωμένη κίνηση. Τον κοίταζε τον ξανακοίταζε, έκατσε δίπλα του άρχισε να του μιλάει Αγγλικά εκείνος ελάχιστα σκάμπαζε. Ήταν φανερό πως κεραυνοβολήθηκε. Σιγά σιγά οι παρέες άρχισαν να την αναζητούν κι όταν κατάλαβαν τι συμβαίνει πέρναγαν και κοίταζαν το Μητσάρα με περιέργεια και θαυμασμό, τον περιεργαζόντουσαν προσπαθώντας να δουν τι ξεχωριστό είχε που αυτοκαμακώθηκε η όμορφη βραδινή μας επισκέπτρια.
Ενημέρωσα εν ολίγοις το φίλο μου περί τίνος πρόκειται, και ενώ διέκρινα απ΄αυτόν μια επιφυλακτικότητα απέναντί της και μια προσπάθεια να απαλλαγεί, τον ρώτησα γιατί την απέφευγε. Μου απάντησε πως δεν μπορούσε να συνεννοηθεί και εν πάση περιπτώσει δεν ήταν του κλίματος. Όσο μιλούσαμε και εκείνη νόμιζε πως την διώχνει τόσο πιο πιεστική γινόταν. Τελικά του είπα και συμφώνησε πως για την τιμή κάθε καμακιού δεν πρέπει να πάει χαμένο το πιο περιζήτητο κορίτσι των καμακιών του νησιού πείσθηκε και με μισή καρδιά έκανε το καθήκον του κρατώντας ψηλά τη σημαία.
Όπως κάθε πράγμα έχει και τις δυό πλευρές, ο φίλος μου δεν μπόρεσε να κάνει διακοπές όπως τις ήθελε μιας και το καμάκι του, του έγινε τσάμικος ταμπάκος και δεν έλεγε να ξεκολλήσει από κοντά του. Τι να κάνουμε φίλε αυτά έχει η γενναιοφροσύνη του "the big Greek kamaki"

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2011

Το ταξιδιωτικό γραφείο..

Ένα πρωί πίνοντας τον καφέ μου και απολαμβάνοντας το πρώτο πρωινό τσιγάρο, βλέπω μια όμορφη Γαλλίδα να έρχεται δειλά προς το μέρος μου και αφού με χαιρέτισε ευγενικά με ρώτησε το όνομά μου. Αφού βεβαιώθηκε πως ήμουν εγώ, μου έδωσε ένα χαρτάκι που γνώρισα αμέσως τα γράμματα του φίλου μου του Γιώργου, και έγραφε «αυτή που θα σου φέρει το σημείωμα αυτό κράτα τη μέχρι να έρθω».
Κατάσταση ροκ.
Η Αννί μια καταπληκτική κοπέλα ένα όμορφο κορίτσι ένας πολύ ευγενικός άνθρωπος δέχτηκε καφέ, πήρε πρωινό μιας και ήταν νηστική από το ταξίδι, δέχτηκε τη φιλοξενία μου για τρείς ημέρες μέχρι που ήρθε ο φίλος μου. Την εποχή εκείνη βρισκόμουν με μια συμπαθητική Γερμανίδα απ’ το Ντίσελντορφ, και έτσι η Αννί βρήκε παρέα και γω λίγη περισσότερη ησυχία για να παίξω ταβλάκι με τα παιδιά. Η Γαλλογερμανική παρέα έλυσε προσωρινά κι άλλο ένα Ελληνικό πρόβλημα. Για να πω την αμαρτία μου με την προσέγγιση αυτή έβρισκα και λίγο χρόνο για μια εμβόλιμη συνεύρεση με μια ωραιότατη κοπέλα ντόπια. Ο φίλος μου κατέπλευσε ένα θαυμάσιο πρωινό του Ιούλη, χαιρετηθήκαμε, ήπιαμε καφέ εγώ κάπνισα, εκείνος όχι γιατί δεν κάπνιζε, με ρώτησε διάφορα θαυμάζοντας παράλληλα την κατάσταση, έχοντας ξεχάσει πλήρως το σύμβαμα στο τουριστικό γραφείο. Τώρα βέβαια θα έπρεπε και να του το θυμίσω και να τον συστήσω. Του έδειξα το δωμάτιό του και τον έστειλα να ξεκουραστεί. Όταν λοιπόν πήγε στο δωμάτιό του για να εγκατασταθεί, κατέβηκε έντρομος λέγοντας ότι μένει άλλος εκεί μέσα και μάλιστα γυναίκα. Με αρκετό χιούμορ του εξήγησα πως το κορίτσι αυτό το έστειλε κατευθείαν το ταξιδιωτικό γραφείο.
Το καμάκι λοιπόν του ταξιδιωτικού γραφείου στέρησε απ’ το φίλο μου την συνέχιση του σπορ μιας κι η Αννί είχε όλα όσα κάποιος θα ήθελε για τις λίγες μέρες των διακοπών. Η επιστροφή βέβαια στην Αθήνα ήταν απογοητευτική, μιας κι η μαγεία του νησιού χάθηκε δίνοντας τη θέση της στην μουντή καθημερινή σκοτεινή ατμόσφαιρα μιας πόλης που όλα φαίνονταν και ίσως ήταν δύσκολα.

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011

Οι ωραίοι και οι λιγότερο ωραίοι!!

Τα στέκια όπου το καμάκι έκανε τη δουλειά του ήταν όλα εκείνα που μάζευαν το θηλυκό κόσμο του καλοκαιριού. Οι παραλίες τα εστιατόρια τα ξενυχτάδικα ιδίως αυτά. Οι παραλίες δεν ευνοούσαν όλον τον κόσμο. Υπήρχαν οι ωραίοι που είχαν συγκριτικό πλεονέκτημα, και οι λιγότερο ωραίοι που θα ήθελαν να αποφύγουν τη σύγκριση. Η κλίμακα ομορφιάς είχε μόνο δύο κατηγορίες, τους ωραίους και τους λιγότερο ωραίους. Τελεία.
Στα ταβερνάκια της παραλίας είχε χώρο και για τους κουλτουριάρηδες. Κουλτούρα βέβαια της εποχής ήταν μια κιθάρα και λίγα ακομπανιαμέντα που συνόδευαν τραγούδια του Χατζηδάκι, ας πούμε «τ΄αστέρι του βοριά» και λίγο πιο ύστερα τα γνωστά ρεμπέτικα της εποχής Μπιθικώτση, Νταλάρα, τα πιο αυθεντικά, Βαμβακάρη, Τσιτσάνη. Γρήγορα τα ταβερνάκια γίνονταν μια παρέα και ακόμη και το πιο δειλό καμάκι με λίγο κρασί και μια φτιαγμένη ατμόσφαιρα τα κατάφερνε.

Σάββατο 28 Μαΐου 2011

Η εμφάνιση...

 Ας κοιτάξουμε μερικά επιμέρους θέματα στο κεφάλαιο Καμάκι.
Το πρώτο απ’ όλα η εμφάνιση. Ο ένας με την πετσετέ κάλτσα συνδύαζε καθώς καταλάβατε την επιλογή της επαρχίας με την κουλτούρα της και την αποτυχημένη προσπάθεια παντρέματος του σύγχρονου αστικού γούστου. Η παρατήρηση αυτή ήταν χωρίς αντικείμενο γιατί την εποχή που μιλάμε και το είδος των σχέσεων που εξετάζουμε  η εμφάνιση τελικά δεν φαίνεται να έπαιζε κάποιο ρόλο στην όλη διαδικασία, και εδώ ήταν που ανατρέπονταν στερεότυπα γενεών που αφορούσαν την εμφάνιση. Φαίνεται πως το καλό και προσεγμένο ντύσιμο που έπαιζε το ρόλο του στην Αθήνα δεν έπαιζε κανένα απολύτως ρόλο στην επαφή με τις ξένες που έρχονταν στην ντίσκο τα καλοκαιριάτικα βράδια. Βέβαια όσον με αφορά, στην επίπονη διαδικασία εξέλιξης σε αξιοπρεπές καμάκι,  συνέχισα να ντύνομαι με το γνωστό φοιτητικό τρόπο την δεκαετίας του 70 και πολύ μου άρεσε, αδιαφορώντας αν έπαιζε ή όχι ρόλο στη διαδικασία του καμακιού.
Η εμφάνιση έξω από το ντύσιμο ήταν και η σωματική δομή. Όλα κατέτειναν στο να συμπληρώσουν τα κενά το ένα του άλλου προσπαθώντας να φέρουν ένα αποτέλεσμα που να αποτελεί σύνθεση προς το καλύτερο. Θα έλεγα στη διαδικασία αυτή κανείς δεν ήταν άσχημος ή κανείς δεν ήταν τόσο άσχημος που να μη μπορεί να βρει ταίρι. Κι εκεί που τον είχαν απορρίψει οι γυναίκες του κύκλου του έβρισκε τη δικαίωση στο πρόσωπο κάποιας ξένης το κριτήριο της οποίας φαίνονταν τελείως διαφορετικό από εκείνο που μέχρι τώρα γνωρίζαμε. Μαζέψτε αυτά τα επιμέρους που στο τέλος συνθέτουν την αναγκαιότητα της δημιουργίας, λειτουργίας και αποθέωσης της φοβερής αυτής εξέλιξης των πραγμάτων του τέλους της δεκαετίας του 60 και της αρχής της δεκαετίας του 70 την περίφημη αυτή την ξεχωριστή ομάδα, την αιχμή του δόρατος του ραγδαία ανερχόμενου τουρισμού, τα καμάκια. Κι όταν μαζευτούν τα επιμέρους, τότε το σύνολο που θα δημιουργηθεί θα εκπλήξει τους αναγνώστες για τη σπουδαία αυτή κατηγορία.

Σάββατο 21 Μαΐου 2011

d.j.

Το βράδυ κυλούσε ανάμεσα στους ήχους της μουσικής και στους καπνούς απ’ τα τσιγάρα. Οι παρέες είχαν από νωρίς πιάσει τα τραπέζια τους, όλοι γνωστοί και μη εξαιρετέοι. Καθόμουν στη δισκοθήκη κάνοντας τον d.j. και παρακολουθούσα τον κόσμο ποιος ήταν τι ήταν τι ήθελε, προσπαθούσα να μαντέψω τα κέφια τους τις επιθυμίες τους, να μπορέσω μέσα από την ετερόκλητη σύνθεσή τους να αποφασίσω προς τα πού θα πήγαινε η μουσική. Μαζί με όλα αυτά είχα και την στενή επίβλεψη του χώρου. Έπρεπε να ενημερώνω τα καμάκια για το τι έπαιζε στο χώρο και ανάλογα να κινηθούν. Ταμείο γινόταν πάντα λίγο μετά τα μεσάνυχτα ή το πολύ την άλλη μέρα αν το θήραμα ήταν δύσκολο..

Σάββατο 14 Μαΐου 2011

Το άλλο καμάκι!

Ο   άλλος, ξάδερφος από την Αθήνα. Ανοιχτόχρωμος, με μαλλί καστανό σπαστό αρκετά μακρύ καλοξυρισμένο πρόσωπο, χωρίς μουστάκι, πουκάμισο καρό κοντομάνικο με γυρισμένα τα μανίκια εφαρμοστό σε ένα συμμετρικό σώμα όχι ψηλός με παντελόνι τερυλέν, καλοσιδερωμένο με τσάκιση, κάλτσα πετσετέ ουδέτερη και παπούτσι παντοφλέ. Λίγο πιο καλό, ή πιο οικείο look από τον ξάδερφο. Μια πρώτη εξεταστική ματιά στο χώρο. Ανίχνευση. Μια καλησπέρα. Ύστερα έρχονται κοντά στη δισκοθήκη. Πάντα ρωτούν τον d.j.  τι παίζει σήμερα, γιατί πάντα εκείνος ξέρει. Κι ύστερα κάθονται. Παραγγέλνουν ένα μπουκάλι λευκό κρασί, με δύο ποτήρια. Περιμένουν. Πάντα είχα απορία γιατί παραγγέλνουν κρασί.  Αργότερα μου λύθηκε τελικά η απορία. Όταν σταμπάριζαν εκείνο που ήθελαν έκαναν νόημα. Τότε η μουσική άλλαζε και ξεκίναγε ο sir Bithi με το “ρίξε μια ζαριά καλή» και «με φωνάζαν θαλασσόλυκο Νικόλα»,  ο Μάρκος με τη Φραγκοσυριανή, και η ατμόσφαιρα γινόταν εκστατική. Οι δύο τους ξεκίναγαν ένα απόλυτα συγχρονισμένο χασάπικο, και μετά από δύο τρείς ακόμη χορούς η ατμόσφαιρα γινόταν πολύ Ελληνική πολύ στα μέτρα των αγοριών. Μετά τα πράγματα φαίνονταν πιο εύκολα, Αφού είχαν αποσπάσει τον γενικό θαυμασμό, με ένα καινούργιο νεύμα στη δισκοθήκη, άλλαζε πάλι η μουσική και άρχιζε να παίζει ας πούμε, «riders on the storm», τότε άρχιζε η προσέγγιση. Ζήταγαν ή ζήταγε σε χορό την υποψήφια. Αν δεχόταν το πιο σημαντικό βήμα είχε γίνει. Ύστερα κάθονταν στο ίδιο τραπέζι, να λοιπόν που το μπουκάλι το κρασί ήταν καλά σχεδιασμένο να βρίσκεται στο μέσο της παρέας, και μάλιστα το μπουκάλι είχε κομψό σχεδιασμό και το κρασί ήταν πάντα λευκό με ένα εξαιρετικά διάφανο χρώμα και μια φίνα γεύση. Πραγματικά ήταν ένα εξαιρετικό σαββατιανό Παλλήνη λεγόταν από το κτήμα Πέτρου. Το τρίτο ή και το τέταρτο ποτήρι έρχονταν, και στο δεύτερο μπουκάλι όλα είχαν πάρει το δρόμο τους.
Οι χαρούμενοι «κυνηγοί» έφευγαν αγκαλιά με τα κορίτσια, έτσι απλά.